Ιστορία της Ελιάς

Η καταγωγή της ελιάς χάνεται στους μύθους και στις παραδόσεις των μεσογειακών λαών. Σύμφωνα όμως με τις επικρατέστερες εκδοχές, η ελιά ήταν αυτοφυής στην Μ.Ασία και στην Αφρική. Αναφέρετε ότι η πατρίδα της ελιάς ήταν η Συρία. Από εκεί την διέδωσαν στην Κύπρο και στα βόρεια παράλια της Αφρικής οι Τυριανοί Φοίνικες που άκμασαν στην Καρχηδόνα. Η ελιά διαδόθηκε στα ελληνικά νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την ελληνορωμαϊκή περίοδο και από τους Φωκαείς το 600 π.Χ. στην Ιταλία, Σικελία, Σαρδηνία. Τέλος στην Ισπανία πέρασε από δύο δρόμους, τον ελληνορωμαϊκό και το σημιτικό από τους Άραβες. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι ορισμένες ποικιλίες έχουν λατινικές ονομασίες και άλλες αραβικές. Το περίεργο είναι ότι η ελιά δεν είναι αυτοφυής στο ανατολικό ημισφαίριο. Μεταφέρθηκε εκεί από τους Ισπανούς εξερευνητές και αποίκους το 18 αιώνα. Την ίδια περίοδο διαδόθηκε και από τους Άγγλους αποίκους στην Αυστραλία.

Με βάση τα ιστορικά δεδομένα η καλλιέργεια της ελιάς ήταν γνωστή στην Αίγυπτο και στην Ιουδαία πολύ πριν από το 1550 π.Χ. Μάλιστα το ελαιόλαδο θεωρούνταν από το λαό του Ισραήλ ιερό προϊόν και χρησιμοποιούνταν στη χρήση των προφητών, βασιλέων και ιερών. Την ίδια περίοδο αλλά και ως σήμερα το κλαδί της ελιάς είναι σύμβολο ειρήνης και γαλήνης.
Στην Ελλάδα σύμφωνα με τα δεδομένα των ανασκαφών της Κρήτης, η καλλιέργεια της ελιάς ήταν γνωστή το 2000-1500 π. Χ. Η Σάμος ονομαζόταν από τον Αισχύλο «ελαιόφυτος» και τα νησιά Χίος και Δήλος ήταν, κατά το Θαλή το Μιλήσιο «πλούσιαι εις έλον». Τα ομηρικά έπη αναφέρουν ότι η ελιά φύτρωνε στο νησί των Φαιάκων (Κέρκυρα), στην Ιθάκη και στα άλλα νησιά του Ιονίου και ο Ηρόδοτος ότι η Εύβοια ήταν κατάφυτη από ελιές ενώ στη Βαβυλωνία και στην Περσία δεν υπήρχε τίποτα. Τέλος, κατά τον Θεόφραστο, η ελιά φύτρωνε στην Κυρηναϊκή, στην Νοτ. Ιταλία, στη Συρία, στην Αραβία ( προς τη θάλασσα), στην Αίγυπτο κ.λπ. Φαίνεται μάλιστα ότι στην προϊστορική περίοδο η ελιά (καρπός) τρωγόταν ύστερα από ορισμένη επεξεργασία και το λάδι το χρησιμοποιούσαν στο φαγητό και στον καλλωπισμό. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη μυθολογία την ελιά την έφερε στην Αττική ο Κέκροψ από την Αίγυπτο. Άλλη πάλι εκδοχή αναφέρει ότι όχι ο Κέκροψ, αλλά η Αθηνά δώρισε την ελιά στην πόλη που ίδρυσε ο Κέκροψ.
Στην αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστή και η αγριελιά (κότινος) που τα κλαδιά της αποτελούσαν γέρας (έπαθλο) των Ολυμπιονικών. Η ήμερη ελιά (Μορία) αναφέρεται στο συμπόσιο του Ξενοφώντος και θεωρούνταν ως ιερό δέντρο, γιατί κατά τον Αριστοτέλη εκείνος που έκοβε Μορίαν ελαίαν έμενε αθάνατος. Ο Αιλιανός αναφέρει ότι η ελιά και η συκιά βρέθηκαν για πρώτη φορά στην Αττική και ο Πλίνιος αναφέρει τον μύθο του Αρισταίου, θεού της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, ο οποίος επινόησε την καλλιέργεια της ελιάς, το ελαιοτριβείο και το ελαιοπιεστήριο. Ακόμη επί Σόλωνος υπήρχαν ειδικοί νόμοι που όριζαν την απόσταση ανάμεσα σε δύο ελαιόδεντρα (9 μ.) και απαγόρευαν το ξερίζωμα περισσότερων από δύο ελαιοδέντρων το χρόνο για κάθε ιδιοκτήτη. Χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης σημασίας που συγκέντρωνε η ελαιοκαλλιέργεια για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι το γεγονός ότι όλοι οι λατίνοι συγγραφείς (Κάτων, Κολουμέλλας, Κοντίλιος, Οράτιος, Στράβων, Φάβιος κ.α.) που ασχολήθηκαν με τα γεωργικά ζητήματα, μιλούν για την καλλιέργεια της ελιάς, τον ελαιόκαρπο, την επεξεργασία του κ.λπ.

Η ελιά από την αρχαιότητα και ως σήμερα είναι ο τυπικότερος εκπρόσωπος της μεσογειακής βλάστησης. Με το αειθαλές φύλλωμα της στολίζει τις παραλιακές περιοχές της λεκάνης της μεσογείου και αναρριχάται ως 800 μ. ύψος και περισσότερο ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους. Είναι το αιώνιο σύμβολο της γαλήνης και της ειρήνης.